Πέμπτη 11 Αυγούστου 2011

26 07 2011


Δεν πρόλαβα να κρατήσω στις χούφτες μου κάτι περισσότερο από αναλαμπές στιγμών,συντρόφων και φευγάτων εραστών.

Δεν απαρνήθηκα στη ζωή μου,τίποτε παραπάνω από τον ίδιο μου τον εαυτό και τις αδυναμίες του. Κι εκεί είναι το ζουμί όλου του θεατρικού που στήσαν γύρω από τα τομάρια μας.Να σηκωνόμαστε κάθε πρωί με την πιο γεμάτη από έρωτα και οργή ψυχή και με την μεγαλύτερη ελπίδα απλωμένη πάνω στα θεμέλια της επανάστασης που - εμείς με το δικό μας αίμα και ιδρώτα- χτίζαμε.

Και κάθε βράδυ, να δακρύζουμε για τους εφήμερους εραστές του αδιαπέραστου <<εγώ>> μας, για τα πλάνα μας που αποτύχανε και για την επανάσταση που ξανακοιμήθηκε.



Κι είναι όλα θαρρείς, όλα στο νου, τα γύρω μας.Κι όλα αλλάζουν κι ελέγχονται. Μα ένα πράγμα σ' όλες τους τις διαστάσεις δε μπορεί παρά να μένει ίδιο:

Ο πόνος και η αδυναμία , κάθε που κοιτώ στα μάτια των περαστικών, και το γαμώτο που είμαι ανίκανη να μιλήσω στην ψυχή τους και να τους φανερώσω το πόσο απέραντοι κι ανίκητοι είναι άμα το θένε.Μα πιό πολύ με πονά η δική τους μεμψιμοιρία κι ανοησία να μην το ανακαλύπτουν μοναχοί.

Κι αν δεν τολμώ να τους πετώ το κομμάτι ψωμί που θα πετούσα στα σκυλιά, είναι γιατί αυτοί γνωρίζουν μόνοι τους να το ζυμώσουν.


Γελοία που μοιάζουνε τα κύματα εκείνα που ξεκινούν μ' ορμή το βράχο να ματώσουν κι απόεις σιγοντάρονται και απλά τον γλύφουν.Μα όταν δεις αυτόν τον ίδιο βράχο, που εκείνα γλύφανε κι άλλα χαστούκιζαν θα καταλάβεις για τα καλά την αήτη ενότητα και αλληλεγγύη....



(Πλατύ, ένα βράδυ με έναν πληγωμένο σκύλο)